Λίγες μέρες πριν κλείσω τα 51, η Καθημερινή με ξάφνιασε ζητώντας μου να συνεισφέρω τις απόψεις μου στην Πατριδογνωσία, την ωραία στήλη που επιμελείται κάθε Κυριακή η κ. Άννα Γριμάνη. Αντιμετώπισα την πρόσκληση με δέος, καθότι ήξερα πως η στήλη είχε φιλοξενήσει στο παρελθόν αρκετούς επώνυμους, πολύ περισσότερο κατάλληλους από μένα να απαντήσουν στις ερωτήσεις της Πατριδογνωσίας. Θεωρώ οτι οι απαντήσεις μου δεν αποτελούν τελεσίδικες διαπιστώσεις αλλά απλές παρατηρήσεις συνδυασμένες με προσωπικά βιώματα – τροφή για περισυλλογή, κουβεντούλα, ή και αναπόληση. Παραθέτω λοιπόν εδώ το πρωτότυπο κείμενο, πριν την τελική επεξεργασία του από την Καθημερινή, μαζί με τις ευχαριστίες μου.
H ελληνικότητα είναι αίσθημα ή συνείδηση;
Η σύγχρονη ελληνικότητα, (συν)αίσθημα, σαφώς. Με πηγή τα πρόσφατα ελληνικά βιώματα. Ιδίως για τους απόδημους. Είναι οι γειτονιές που αλλάζουν, το αφισοκολλημένο Πολυτεχνείο, η τσίκνα στα σουβλατζίδικα, το ματς της Κυριακής, οι ευωδιές στον Επιτάφιο, «ακρογιαλιές-δειλινά», τα τραγούδια – αχ, αυτά… – κι άλλα πολλά. Που δεν ήταν όλα πατροπαράδοτα ελληνικά ανά τους αιώνες, αλλά έγιναν: Ο γλυκύς βραστός, τα κλαρίνα, ο Καραγκιόζης, Χοντρός-Λιγνός στο Σινεάκ (προδίδω την ηλικία μου…). Νοιώθω μιαν ανείπωτη γλύκα όταν τα μοιράζομαι με φίλους, από παλιούς συμμαθητές, μέχρι την Αυστραλέζα καθηγήτρια που διδάσκει Modern Odysseys στην κόρη μου εν Ithaca Νέας Υόρκης και τραγουδάει ρεμπέτικα σε άψογα ελληνικά. Και που μας περνάει στην διαχρονική ελληνικότητα, τυχαίο γέρμα πριν χιλιάδες χρόνια, που εξελίχθηκε σε κομμάτι παγκόσμιας συνείδησης, ξέχωρης από τόπο, χρόνο, λαό, ή γλώσσα. Συνείδησης, όμως, που ψιθυρίζει και στο θυμικό, όπως όταν παρακολουθείς τον Άντριου Γουάιλς να περιγράφει πώς κατάφερε τελικά να αποδείξει ένα θεώρημα, δυόμισυ χιλιάδες χρόνια μετά το πρώτο του Θαλή.
Τι πιο μικρό ελληνικό αγάπησα.
Τα πονεμένα τριημιτόνια στα μινόρε των τραγουδιών μας.
Η υπέροχη εκδοχή του Ελληνα.
Που επιλέγει το σωστό για λόγους αρχής: Χωρίς φακελλάκι, χωρίς μίζα, που διδάσκει, που θυσιάζεται στις πυρκαγιές… Παρά την ελληνική πραγματικότητα, όχι λόγω αυτής. Ξέρουν όλοι αυτοί ποιοι είναι, τους χαιρετώ.
Αυτό που με χαλάει.
Η αδικαιολόγητη ελληνική γκρίνια και – ακόμη περισσότερο – ό,τι προξενεί την δικαιολογημένη.
Προσόν ή μειονέκτημα να είσαι Ελληνας σήμερα;
Είναι μειονέκτημα να θεωρείς προσόν απλά το οτι είσαι γεννημένος Έλληνας. Γνώθι σαυτόν.
Παράγει πολιτισμό ο Ελληνας της νέας εποχής ή μένει προσκολλημένος σε μια ρητορική ελληνικότητα;
Παράγει σε μικρή εμβέλεια, και περισσότερο χρησιμοποιεί. Οι «Περασμένες μου αγάπες» του Χιώτη ήταν πολιτισμός. Ο Μάνος, το ίδιο. Ο Καζαντζάκης (και χωρίς Νόμπελ). Παρθενώνες, βέβαια, δεν φτιάχνουμε – χτίσαμε την Αθήνα… Δεν σχεδιάζουμε i-Pod. Όμως, ο Παναγιώτης Βερδές έφτιαξε τον πρώτο κύβο Ρούμπικ 7x7x7 – τον αγόρασα στο παντοδύναμο ίντερνετ. Πολλοί «τριγύρω σκηνοθέτες» δεν προξενούν πλέον «βαθιά χασμουρητά». Ο Τάκης Τλούπας, ο Μανόλης Ανδρόνικος, ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, το Logicomix είναι πολιτισμός. Η σύγχυση αρχαιοελληνικής γλώσσας (πώς μίλαγαν) και γραμματείας (τι είπαν) δεν είναι.
Με ποια ταυτότητα οι Ελληνες περιέρχονται στον σύγχρονο κόσμο;
Με την αστυνομική (με πρόλαβε ο Μίκης). Δηλαδή, χωρίς κάτι το μοναδικό. Βέβαια, θορυβώδεις ή νηφάλιοι, ακέραιοι ή κατεργάρηδες, ριζοσπαστικοί ή παραδοσιακοί, χωριάτες ή κοσμοπολίτες, οι Έλληνες επιβιώνουν παντού, προσαρμοσμένοι ή όχι. Ας μην αγωνιούμε, λοιπόν, μήπως χάσουμε την ταυτότητά μας – όποτε χρειαστεί, βγάζουμε καινούργια. Εξάλλου, «Πάντα ρει» δεν είπαμε;
Το ελληνικό μου «γιατί» κι ένα «πρέπει» που πέταξα.
Γιατί να πρέπει, όταν δεν υπάρχει Λόγος;
Κι ένα “Γιατί πρέπει!” που πέταξα στον γιό μου όταν με ρώτησε για ποιον λόγο να πάει και στο ελληνικό σχολείο στο Χιούστον.
Ο Ελληνας ποιητής μου.
Όποιοι δημιουργοί με στίχους σε τραγούδια που αγαπώ. Ο Καβάφης για τον καθαρό συλλογισμό και την λιτή φινέτσα του. Κι ένα πεντάστιχο του Νώντα Ασλανίδη, που φυλάω για να έχω πάντα μαζί μου το ελληνικό καλοκαίρι.
Η αδιαπραγμάτευτη ελληνική αλήθεια μου.
«Το έθνος έχει χρέος να θεωρεί εθνικό ότι είναι αληθές.»
Η οδός των Ελλήνων στον παγκόσμιο χάρτη – ορίστε την.
Διπλής κατευθύνσεως. Με ακριβά συναισθηματικά διόδια, αλλά ωραίο ταξίδι – αρκεί να μην χάσουμε τον δρόμο.

Δεν θα ξανακάνω απουσίες, γιατί έχω χάσει πράγματα.
Χρόνια πολλά Μιχάλη. Πολύχρονος και πολυπόθητος για τους αγαπημένους σου να είσαι πάντα.
Ευχαριστώ Βασίλη μου, νά ‘σαι καλά!
Σύμβολα ελληνικότητας στην Ελλάδα εντοπίζουμε μόνον στα μνημεία άλλων εποχών, αλλά η αποκωδικοποίησή της από εμάς τους παλαιο-έλληνες, που μας λείπει το βασικό χαρακτηριστικό του “Πολιτισμένου”, δηλαδή ο ορθός Λόγος, παραμένει ακόμα άκαρπη… Το άρθρο, διαχρονικά επίκαιρο και διαφωτιστικό, ας γίνει οδηγός για τον παλαιοέλληνα, που ζει εδώ, να στρέψει το βλέμμα του στον Άνθρωπο και βρίσκοντας το “μέτρο του”, να αναδημιουργήσει την ταυτότητά του στην νέα εποχή, έστω και καθυστερημένα.
Άκη μου, αγαπώ τον ορθολογισμό με σχεδόν παράλογο πάθος! Σ’ ευχαριστώ για τις παρατηρήσεις.